Ποιον ακούει το Μαξίμου στη Β΄ Πειραιά (και ποιον απλώς βλέπει)
Η πολιτική χρονιά που έκλεισε δεν ήταν απλώς μια ακόμα χρονιά φθοράς και αναμονής. Ήταν, στην πραγματικότητα, μια πρόβα για το 2026. Ένα έτος που –αν δεν είναι τυπικά προεκλογικό– λειτουργεί ήδη ως τέτοιο, με όλα τα στρατόπεδα να μετρούν δυνάμεις, αντοχές και πρόσωπα.
Στις δύο περιφέρειες του Πειραιά, και ειδικά στη Β΄ Πειραιά, οι συσχετισμοί θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό την πανελλαδική εικόνα: η ΝΔ πρώτη και με απόσταση, η αντιπολίτευση κατακερματισμένη και χωρίς καθαρό αφήγημα. Όμως, πίσω από τα ποσοστά, υπάρχει ένα πιο ενδιαφέρον –και πιο πολιτικό– ερώτημα: ποιοι βουλευτές “γράφουν” για την επόμενη μέρα.
Η Β΄ Πειραιά: προσδοκίες χωρίς αντίκρισμα
Η Β΄ Πειραιάς είναι σήμερα μια περιφέρεια με αντικειμενικά αυξημένο ειδικό βάρος για τη ΝΔ. Για πρώτη φορά μετά το 1974, η γαλάζια παράταξη επικράτησε, εξέλεξε τέσσερις βουλευτές και είδε το τοπικό αυτοδιοικητικό τοπίο να αλλάζει υπέρ της, με τρεις νεοδημοκράτες δημάρχους και έναν ανεξάρτητο, φιλικά προσκείμενο.
Κι όμως, παρά τα νούμερα και τις προσδοκίες, υπάρχει ένα κενό που δεν περνά απαρατήρητο: κανένας βουλευτής της Β΄ Πειραιά δεν έχει υπουργοποιηθεί. Ένα κενό που γεννά γκρίνια, εσωστρέφεια και –κυρίως– συγκρίσεις.
Ο Γιώργος Βρεττάκος, αν και αιφνιδιαστικά πρώτος σε σταυρούς, κουβαλά από νωρίς σκιές και ερωτήματα. Τα δημοσιεύματα για την υπόθεση ΙΝΕΔΙΒΙΜ, οι πολιτικές τριβές, αλλά και η εικόνα ενός βουλευτή με ισχυρά τοπικά δίκτυα αλλά περιορισμένο θεσμικό βάθος, τον κρατούν μακριά από κάθε σοβαρή συζήτηση κυβερνητικής αξιοποίησης.
Ο Μιχάλης Λιβανός δείχνει να κινείται σε χαμηλές ταχύτητες. Χωρίς ιδιαίτερο κοινοβουλευτικό αποτύπωμα και χωρίς πολιτική πρωτοβουλία που να ξεφεύγει από τα στενά όρια της επαγγελματικής του ιδιότητας, δεν έχει καταφέρει –μέχρι στιγμής– να παράξει πολιτικό γεγονός.
Με απλά λόγια: ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος “γράφουν” για υπουργικό σχήμα.
Σε αυτό το τοπίο, η περίπτωση του Δημήτρη Μαρκόπουλου ξεχωρίζει –όχι επειδή δεν έκανε λάθη, αλλά επειδή έχει πολιτικό βάθος, διάρκεια και δυνατότητα διόρθωσης.
Η αρχή της τετραετίας ήταν δύσκολη. Η προεδρία στην επιτροπή για τα Τέμπη του κόστισε επικοινωνιακά και πολιτικά. Όμως, αντί να εγκλωβιστεί, επέλεξε να επανατοποθετηθεί: θεσμικά, πολιτικά και ιδεολογικά.
Η πρόσφατη τοποθέτησή του ως Γενικού Εισηγητή του Προϋπολογισμού δεν είναι τυχαία. Στο πολιτικό σύστημα, αυτή η θέση λειτουργεί διαχρονικά ως προθάλαμος κυβερνητικής αξιοποίησης. Και αυτό δεν περνά απαρατήρητο στο Μαξίμου.
Πέρα από τους ρόλους, όμως, ο Μαρκόπουλος έχει χτίσει κάτι πιο σπάνιο: ένα προσωπικό κεφάλαιο αξιοπιστίας. Με παρεμβάσεις εντός γραμμής αλλά όχι άχρωμες, με κριτική σε επιλογές της κυβέρνησης (πανεπιστημιακή αστυνομία, χειρισμοί ΟΠΕΚΕΠΕ), αλλά και με κινήσεις που συνομιλούν με τη μετριοπαθή και παραδοσιακή ΝΔ.
Γι’ αυτό και στο εσωτερικό της παράταξης, ακόμα κι όσοι διαφωνούν μαζί του, παραδέχονται ένα πράγμα: αν υπάρχει ένας βουλευτής της Β΄ Πειραιά που μπορεί να υπουργοποιηθεί, αυτός είναι ο Μαρκόπουλος.
Οι υπόλοιποι χώροι: κατακερματισμός και αμηχανία
Στα υπόλοιπα κόμματα, η εικόνα δεν είναι καλύτερη. Το ΚΚΕ διατηρεί σταθερή παρουσία με τη Διαμάντω Μανωλάκου. Η Ελληνική Λύση κινείται κυρίως διαδικτυακά, με σκληρό λόγο και συγκεκριμένα ακροατήρια. Οι Σπαρτιάτες απουσιάζουν.
Το ΠΑΣΟΚ παραμένει ο μεγάλος γρίφος –ή μάλλον, η μεγάλη απουσία– της Β΄ Πειραιά. Με στελεχιακό δυναμικό φθαρμένο και χωρίς καθαρή πολιτική αναφορά, αδυνατεί να διεκδικήσει ρόλο. Τα σενάρια μετακινήσεων και επιστροφών δεν αλλάζουν την ουσία: η περιφέρεια παραμένει ακάλυπτη πολιτικά.
